Σας έχει τύχει να προσπαθείτε να αποφύγετε κάτι, ψάχνοντας χίλιες δυο δικαιολογίες και από μόνο του το στόμα να απαντάει θετικά; Μήπως το υποσυνείδητο ξέρει καμιά φορά περισσότερα; Το μόνο που κατάφερα, ήταν να πάρω διορία δύο ωρών.

Το νεκρό, εδώ και καιρό, τηλέφωνό μου χτύπησε. “Το απόγευμα φεύγουμε για το μοναστήρι”, είπε ο γιάννης με επιτακτική φωνή. Η κατεύθυνσή μας ήταν δυτικά. Τρέχαμε να προλάβουμε τον ήλιο που έγερνε γοργά προς την εσπερία. Ποιος είπε ότι η χελώνα μπορεί να κερδίσει τον λαγό; Αυτά είναι φήμες που τις έβγαλαν οι χελώνες. Αναπόφευκτα το βράδυ μας βρήκε στις στροφές των αναβρυτών. Περάσαμε μέσα από τη σκιά που άφηναν στο φεγγαρόφωτο οι κορυφές της αετιάς και εκεί κάπου ο γιάννης με άφησε μόνο μου παρέα με τις αλλόκοτες σκέψεις μου…

Έχω χάσει τον λογαριασμό πόσες φορές με έχουν φιλοξενήσει ο παπακώστας και η κυρά δέσποινα! Το ότι οι βλάχοι δεν είναι φιλόξενοι είναι μύθος, που μάλλον τον βγάλαμε εμείς οι πόντιοι. Στο μοναστήρι τα πράγματα ήταν σχεδόν έτοιμα. Το μόνο που έπρεπε να κάνουμε ήταν να ανάψουμε την εστία και να ανοίξουμε το νερό. Έτσι είχα λίγο χρόνο το πρωί, να δω τον φίλο μου τον μπαρμπαγίωργη τον σιώμο. Τη στοιχομυθία την ήξερα από πριν.

- Που είσαι; Μας ξέχασες.
- Καλημέρα μπαρμπαγιώργο τι κάνεις;
- Σαν γέρος!

Επίσης ήξερα ότι στου ζήσα ο καφές θα γινόταν τσίπουρο (ηπειρώτικο). Πώς να πεις όχι στο πιο ευκολόπιοτο, και φιλικό ποτό του κόσμου; Εδώ το τρίτο ποτήρι δεν αποτελεί ύβρις, πόσο μάλλον όταν συνοδεύεται με τους ανεπανάληπτους μεζέδες της αλέκας.

Ένας - ένας άρχισαν να καταφθάνουν οι οδοιπόροι, στο μοναστήρι της παναγίας κλαδόρμης. Πρώτοι ήρθαν οι μακεδόνες (παναγιώτης, μαρία, γιάννης), οι οποίοι με το ανάστημά τους επιβεβαίωναν την καταγωγή τους. Μετά εμφανίστηκαν οι ξενιτεμένοι στη θεσσαλονίκη, μοκαίοι (τάκης Χ 2) με τους φίλους τους (παναγιώτη Χ 2) και τις φίλες τους (λάρα, σοφία, σπυριδούλα). Τέλος ήρθαν η εύη και η ελένη με τις προμήθειες, ενώ ο νίκος και ο δημήτρης φτάνοντας σε ανύποπτο χρόνο συμπλήρωσαν την δεκαεξάδα. Ο παναγιώτης ανέλαβε το ρόλο του σιτιστή με βοηθό τον συνονόματό του. Έχω την εντύπωση ότι έψηνε για δύο μέρες ασταμάτητα. Το έκανε με χαρά ταΐζοντας ξένους σαν και εμένα. Τον έβλεπα και σκεφτόμουν ότι είμαστε αυτό που αξίζουμε άλλος άξιος και άλλος τεμπέλης (εγώ). Τα κορίτσια με την ομορφιά και την φρεσκάδα τους έδωσαν την σπίθα που δίνουν τα νιάτα για να ξεκινήσουν οι χοροί και τα τραγούδια. Όμως η σπυριδούλα προδόθηκε γρήγορα από τις δυνάμεις της και άφησε τη λαρα και τη σοφία να συνεχίσουν τον ρόλο των σειρήνων.

Ο ύπνος σε τέτοιες συνθήκες είναι τόσο ευχάριστος και τόσο τονωτικός που ο καφές το πρωί φαίνεται πιο πολύ σαν μια κακιά εξάρτηση παρά σαν μια αναγκαία συνήθεια. Ο νίκος, γνώστης της περιοχής, ανέλαβε να μας οδηγήσει στο “λισβάρι”. Την αποστολή πλαισίωσε και η μικρή δέσποινα από την οικογένεια μόκα που είχε καταφθάσει το πρωί.  Από την χτιστή, πέτρινη πηγή που βρισκόταν έξω από το μοναστήρι εφοδιαστήκαμε με νερό και ξεκινήσαμε τη ωριαία πορεία. Ο δρόμος ήταν δύσκολος μέσα από πυκνό δάσος, με τα μονοπάτια να σβήνονται στον χρόνο. Ο νίκος με το σταθερό και σίγουρο βήμα του μας έσβηνε κάθε κακόβουλη σκέψη. Τι διαστάσεων παλέτα χρειάζεται κάποιος θνητός για να χωρέσει τα χρώματα του φθινοπώρου; Πόση φαντασία χρειάζεται να έχει ένας σχεδιαστής για να αποτυπώσει όλων των λογιών τους μύκητες; Τι έμπνευση πρέπει να έχει ένας μουσικός για να γράψει μια μελωδία σαν αυτή που ερμηνεύει το δάσος; Πόσο πεπερασμένοι και λίγοι είμαστε αλλά η αλαζονεία μας δεν μας αφήνει να το δούμε!

Συναντήσαμε το απομεινάρια των πρώτων οικισμών, που υπό την απειλή των τυχοδιωκτών, συνενώθηκαν και μετοίκησαν για περισσότερη ασφάλεια στην απέναντι πλευρά των βουνών ιδρύοντας το παλαιοχώρι. Από εκεί η απειλή της κατολίσθησης οδήγησε εκ νέου τους πρόγονους των φουρκιωτών στην σημερινή τοποθεσία, ενώ μερικοί βρέθηκαν στη καστοριά και άλλοι, σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, στη φούρκα χαλκιδικής. Συναντήσαμε χνάρια αρκούδας και γουρουνιού πάντα μετά την υπόδειξη του αρχηγού της αποστολής. Ξαφνικά σε ένα ξέφωτο εμφανίστηκε απέναντι το “λισβάρι”, ένα γιγαντιαίο φαινόμενο κατολίσθησης. Άξιζε τον κόπο και τον πόνο.

Πίσω στο κοινόβιο η συμβίωση, παρά τα μικροπροβλήματα που παρουσιάστηκαν ανάμεσα σε ξένους και αταίριαστους σε πολλά ανθρώπους, ήταν καλή. Δημιουργήθηκαν εξαρχής τρεις παρέες χωρίς όμως στεγανά. “Αλλά αυτό ήταν το τίμημα της απόλυτης ελευθερίας των κινήσεων των συμβιωτών” σύμφωνα με τα λόγια της φίλης μου της εύης. Ποιος όμως μπορεί να ορίσει τα όρια της ελευθερίας; Πόσο έτοιμοι είμαστε να θυσιάσουμε λίγη από αυτήν για το γενικό καλό;

Το απόγευμα η παρέα μεγάλωσε κι άλλο και η γιορτή έφτανε στη κορύφωσή της. Η εκκλησία έστεκε πάντα στη μέση της αυλής με τους κοιτώνες γύρω - γύρω να την προστατεύουν, κρατώντας καλά τα μυστικά αυτών που την βεβήλωσαν στις μέρες του εμφυλίου. Θα μπορούσε αυτή η γιορτή να είχε σκοπό να ξορκίσει το κακό, άλλωστε οι μέρες εκείνες πέρασαν ανεπιστρεπτεί, ή να σημάνει την είσοδο στο φθινόπωρο και τον χειμώνα, ή και τα δύο. Μήπως και το φθινόπωρο δεν προαναγγέλλει τον θάνατο της φύσης (χειμώνα), που είναι όμως απαραίτητος για να κλείσει ο κύκλος και μια νέα ζωή να ξεπηδήσει η άνοιξη;